σέκτα

και σέχτα, η, Ν
1. αίρεση, οργανωμένη ομάδα προσώπων στους κόλπους μιας θρησκείας, τα οποία έχουν τις ίδιες πεποιθήσεις
2. πολιτική μερίδα κόμματος με στενές δογματικές αντιλήψεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. secta, μτχ. τού sequor «ακολουθώ»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεκταριστικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη σέκτα 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον σεκταρισμό και στον σεκταριστή 3. (κατ επέκτ.) αιρετικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. sectarist (βλ. λ. σέκτα)] …   Dictionary of Greek

  • σέχτα — η, Ν βλ. σέκτα …   Dictionary of Greek

  • σεκταρισμός — Όρος που χρησιμοποιείται στο εργατικό κίνημα και σημαίνει την απόσπαση ή και την απομόνωση των επαναστατικών εργατικών οργανώσεων από τις εργατικές μάζες. Στα τελευταία χρόνια σεκταριστικές τάσεις εκδηλώθηκαν κυρίως στις χώρες της Ν. Αμερικής,… …   Dictionary of Greek

  • σεκταριστής — ο, θηλ. σεκταρίστρια, Ν 1. οπαδός ή μέλος σέκτας 2. άτομο με σεκταριστικές απόψεις και αντιλήψεις, άτομο προσκολλημένο στον σεκταρισμό 3. αιρετικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. sectarist (βλ. λ. σεκταρισμός, σέκτα)] …   Dictionary of Greek

  • Κατάρ — Επίσημη ονομασία: Εμιράτο του Κατάρ Έκταση: 11.437 τ. χλμ. Πληθυσμός: 793.341 (2001) Πρωτεύουσα: Ντόχα (285.000 κάτ. το 2001)Κράτος της δυτικής Ασίας, στην Αραβική χερσόνησο, στην είσοδο του Περσικού κόλπου. Συνορεύει στα Ν με τη Σαουδική Αραβία… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.